ἑκατόνταρχος


ἑκατόνταρχος
ὁ ἑκατόνταρχος / ὁ ἑκατοντάρχης, ου (ἑκατόν + ἄρχω) сотник, центурион

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.